Στυτική Δυσλειτουργία: Ποιες είναι οι απαραίτητες διαγνωστικές εξετάσεις;

Στυτική Δυσλειτουργία: Ποιες είναι οι απαραίτητες διαγνωστικές εξετάσεις;

Η κλινική εξέταση είναι στοχευμένη και επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο στην εξέταση του πέους και των όρχεων. Γίνεται λεπτομερής επισκόπηση και ψηλάφηση, ενώ επίσης διενεργείται έλεγχος των μαστών, της τριχοφυΐας και ένας αδρός νευρολογικός έλεγχος.

Η μέτρηση της αρτηριακής πίεσης και των σφύξεων, όπως επίσης η μέτρηση του σωματικού βάρους/ύψους και της περιμέτρου μέσης, περιλαμβάνονται στην κλινική εξέταση. Η δακτυλική εξέταση του προστάτη από το ορθό γίνεται σε ασθενείς άνω των 50 ετών που αναφέρουν ΣΚΟ και ΣτΔ.

Εργαστηριακός έλεγχος

O Ουρολόγος μπορεί επιπλέον να ζητήσει εργαστηριακές εξετάσεις, που περιλαμβάνουν τον έλεγχο:

  • Γενική αίματος
  • Σακχάρου
  • Γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης HbA1c
  • Νεφρικής λειτουργίας (ουρίας, κρεατινίνης)
  • Λιπιδαιμικού προφίλ (χοληστερόλης, τριγλυκεριδίων, HDL και LDL λιποπρωτεϊνών)
  • Τρανσαμινασών (SGOT, SGPT)
  • Τεστοστερόνης (σε 2 πολύ πρωινές μετρήσεις, τιμές < 230 ng/dL)
  • Προλακτίνης
  • Γοναδοτροπινών (LH, FSH)
  • Θυρεοειδικών ορμονών (fΤ4, TSH)
  • PSA (επιλεκτικά, σε άνδρες άνω των 50 ετών)

Ειδικές διαγνωστικές εξετάσεις

Ο μέσος άνδρας με στυτική δυσλειτουργία δεν είναι απαραίτητο να υποβάλλεται σε πολύ εξειδικευμένες και δαπανηρές διαγνωστικές εξετάσεις. Οι άνδρες που ενδέχεται να χρειάζονται πιο ενδελεχή διαγνωστικό έλεγχο είναι όσοι έχουν ασυνήθη κλινικά χαρακτηριστικά ή περίπλοκο ιατρικό ιστορικό δηλαδή:

  • Νέοι (<40 ετών)
  • Βαρύ οικογενειακό ιστορικό καρδιακών νοσημάτων
  • Ιστορικό πυελικού τραύματος (π.χ. μετά από τροχαίο)
  • Προηγηθείσες αποτυχημένες θεραπείες για τη ΣτΔ
  • Ισχυρή πιθανότητα ψυχογενούς αιτιολογίας ΣτΔ
  • Συνοδός νόσος Peyronie (κάμψη πέους)
  • Δια βίου ΣτΔ

Ο ειδικός διαγνωστικός έλεγχος εκτελείται μόνο εφόσον πρόκειται να επηρεάσει την απόφαση για θεραπεία. Ο έλεγχος αυτός πρέπει να διενεργείται από ειδικό Ανδρολόγο με εμπειρία στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων του ελέγχου αυτού.

Στον ασθενή θα πρέπει a priori να διευκρινίζεται τι μπορεί να σημαίνει το ένα ή το άλλο αποτέλεσμα των εξετάσεων και πώς αυτό θα επηρεάσει την απόφαση για επιλογή μιας θεραπευτικής μεθόδου.

Α. Νυκτερινή πληθυσμογραφία πέους

Η καταγραφή των στύσεων κατά τη διάρκεια του ύπνου καλείται νυκτερινή πληθυσμογραφία πέους (nocturnal penile tumescence and rigidity, NPTR). Κατά τη διάρκεια ενός 8ωρου ύπνου ένας φυσιολογικός άνδρας εμφανίζει περίπου 3-5 στυτικά επεισόδια ικανής διάρκειας. Οι στύσεις αυτές δημιουργούνται σε κάθε φυσιολογικό άνδρα και οφείλονται στην αθρόα εισροή αίματος στο πέος εξασφαλίζοντας τη θρέψη του στυτικού ιστού.

Υπάρχουν δύο συσκευές για τη νυκτερινή πληθυσμογραφία: α) το σύστημα Rigiscan™, που καταγράφει τη διόγκωση και σκληρότητα του πέους σε κορυφή και βάση με τη βοήθεια διατατών δακτυλιοειδών ελασμάτων (strain gauge), β) το σύστημα NEVA™, που υπολογίζει έμμεσα τη διόγκωση και σκληρότητα μετρώντας τις μεταβολές της ηλεκτρικής εμπέδησης του πέους σε κορυφή και βάση μέσω αυτοκόλλητων ηλεκτροδίων.

Με το σύστημα Rigiscan™ η εξέταση θεωρείται φυσιολογική εφόσον καταγραφεί τουλάχιστον 1 στυτικό επεισόδιο με σκληρότητα που υπερβαίνει το 60% στην κορυφή του πέους και διάρκεια άνω των 10 λεπτών. Η καταγραφή των νυκτερινών στύσεων γίνεται με αυτόνομες φορητές μονάδες που ο ασθενής χρησιμοποιεί στο σπίτι κατά τον ύπνο συνήθως για δύο έως τρία βράδια. Επί αμφιβολίας για την αξιοπιστία του αποτελέσματος, όσον αφορά τη διάρκεια και ποιότητα του ύπνου, η εξέταση μπορεί να γίνει υπό ιατρική επίβλεψη σε εργαστήριο ύπνου.

Η καταγραφή των νυκτερινών στύσεων δε χρησιμοποιείται συχνά στην καθημερινή Ανδρολογική πράξη. Σε νεαρά άτομα με έντονη ψυχική επιβάρυνση χωρίς άλλους παράγοντες κινδύνου η διαπίστωση φυσιολογικών νυκτερινών στύσεων μπορεί να βεβαιώσει την ακεραιότητα του στυτικού μηχανισμού. Η καταγραφή μπορεί επίσης να ζητηθεί από τις δικαστικές αρχές σε άτομα που κατηγορούνται για σεξουαλικά εγκλήματα και δηλώνουν στυτική ανεπάρκεια.

Β. Δοκιμαστική ενδοσηραγγώδης ένεση

Η εύκολη αυτή δοκιμασία (intracavernosal injection, ICI) μπορεί να επιτρέψει στον κλινικό Ανδρολόγο μια ταχεία και αδρή εκτίμηση της επάρκειας του μηχανισμού φλεβικής σύγκλεισης του πέους. Στον ασθενή χορηγείται με ενδοσηραγγώδη ένεση χαμηλή δόση αγγειοδραστικής ουσίας (συνήθως 5μg προσταγλανδίνης Ε1) και ακολουθεί σεξουαλικός ερεθισμός. Η δοκιμασία αξιολογείται ως φυσιολογική εφόσον επέλθει σκληρή και άκαμπτη στύση εντός 10 λεπτών από την ένεση με διάρκεια τουλάχιστον 30 λεπτών.

Η πρόκληση στύσης επιτρέπει στον κλινικό ιατρό να εκτιμήσει αντικειμενικά όχι μόνο την επάρκεια του μηχανισμού φλεβικής σύγκλεισης αλλά και τυχόν αναφερόμενη κάμψη του πέους (Νόσος Peyronie). Ωστόσο, πολλές φορές το έντονο άγχος του ασθενή και το απρόσφορο περιβάλλον του ιατρείου αναστέλλουν την εμφάνιση στύσης. Για το λόγο αυτό, αν δεν υπάρξει στύση, η εξέταση θα πρέπει να επαλαμβάνεται, σε συνδυασμό με έγχρωμο υπερηχογράφημα πέους που περιγράφεται στη συνέχεια.

Γ. Έγχρωμο υπερηχογράφημα (triplex) πέους

Εκεί όπου χρειάζεται να γίνει ένας ακριβέστερος έλεγχος της αιματικής ροής στο πέος εκτελείται ένα έγχρωμο υπερηχογράφημα (triplex). Η εξέταση είναι εξειδικευμένη και πρέπει να εκτελείται από ιατρό με εμπειρία στο αντικείμενο. Αρχικά γίνεται ένα απλό υπερηχογράφημα πέους για τον έλεγχο των σηραγγωδών σωμάτων (ύπαρξη πλακών ή επασβεστώσεων στα αγγεία) και ακολούθως προκαλείται στύση με τοπική ένεση αγγειοδραστικής ουσίας (ή μίγματος ουσιών) και οπτικοακουστικό σεξουαλικό ερεθισμό.

Στυτική Δυσλειτουργία: Ποιες είναι οι απαραίτητες διαγνωστικές εξετάσεις;

Το triplex πέους δίνει πολύ σημαντικές πληροφορίες τόσο σχετικά με τη ροή του αίματος στα σηραγγώδη σώματα, όσο και με την επάρκεια του μηχανισμού φλεβικής σύγκλεισης. Με το πέος σε σκληρή στύση μετρώνται η μέγιστη συστολική ταχύτητα ροής PSV (φυσιολογικά > 30 cm/sec), η τελοδιαστολική ταχύτητα ροής EDV (φυσιολογικά < 3-5 cm/sec) και ο δείκτης αντίστασης RI (φυσιολογικά > 0,8) των σηραγγωδών αρτηριών.

Ο Ανδρολόγος εκτιμώντας τις μετρήσεις αυτές μπορεί με ακρίβεια να καθορίσει αν υπάρχει απόφραξη των σηραγγωδών αρτηριών (χαμηλή PSV) ή φλεβική διαφυγή (υψηλή EDV / χαμηλός RI). Αν το αποτέλεσμα είναι φυσιολογικό, δε χρειάζεται περαιτέρω αγγειακός έλεγχος του ασθενή. Αξίζει να σημειωθεί ότι ασθενείς με PSV<25  cm/sec έχουν τριπλάσιο κίνδυνο να εμφανίσουν μείζονα καρδιακά συμβάματα συγκριτικά με εκείνους όπου PSV>35 cm/sec.

Είναι απαραίτητο μετά το πέρας της εξέτασης να επέρχεται πλήρης χάλαση του πέους. Αν μετά από 4-6 ώρες αυτό δε συμβεί, αλλά η στύση παρατείνεται και είναι επώδυνη, τότε ο Ανδρολόγος πρέπει να παρέμβει. Η κατάσταση αυτή λέγεται πριαπισμός και οφείλει να αντιμετωπιστεί άμεσα, ώστε να μην επιφέρει βλάβη στο στυτικό μηχανισμό λόγω παρατεταμένης ισχαιμίας.

Η αντιμετώπιση περιλαμβάνει ένεση αντιδότων (φαινυλεφρίνη) στο πέος και αφαιμάξεις, ενώ σε παραμελημένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστούν επεμβατικοί χειρισμοί (shunts).

Δ. Βιοθεσιομετρία

Η εξέταση αυτή χρησιμοποιείται για την εκτίμηση περιφερικών νευροπαθειών. Η συσκευή εκπέμπει ηλεκτρομαγνητικές δονήσεις στο πέος (κεφαλή, κορμός) και συγκρίνει την παραγόμενη αίσθηση με άλλες περιοχές του σώματος (π.χ. ακροδάχτυλα). Η μειωμένη αισθητικότητα στο πέος μπορεί να υποδηλώνει κάκωση ή δυσλειτουργία των πυελικών νεύρων.

Ε. Επεμβατικές δοκιμασίες

Η σηραγγομετρία είναι μια εξέταση όπου μετά από ενδοσηραγγώδη ένεση αγγειοδραστικής ουσίας μετράται η υδροστατική πίεση των σηραγγωδών σωμάτων. Η φυσιολογική ενδοσηραγγώδης πίεση είναι 60mm στήλης ύδατος στα 10 λεπτά μετά την ένεση. Τοποθετούνται δύο φλεβικές κάνουλες στα σηραγγώδη σώματα εκ των οποίων η μια μετρά τη σηραγγώδη πίεση και η άλλη εγχέει αρχικά αγγειοδραστική ουσία και στη συνέχεια φυσιολογικό ορό με σταθερό ρυθμό για τη συντήρηση της στύσης.

Συνήθως συνδυάζεται με σηραγγογραφία, δηλαδή με χορήγηση στο πέος σκιαστικού μέσου με σκοπό τη σκιαγράφηση των σηραγγωδών σωμάτων και την ανίχνευση τυχόν διαφυγών. Οι τεχνικές αυτές χρησιμοποιούνται πολύ σπάνια στην κλινική πράξη.

Η εκλεκτική αγγειογραφία της έσω αιδοιϊκής αρτηρίας (SIPA) γίνεται σε συνήθως νεαρά άτομα με ΣτΔ λόγω αρτηριακής ανεπάρκειας συνεπεία πυελικού ή περινεϊκού τραύματος που είναι υποψήφια για επεμβάσεις επαναγγείωσης του πέους. Αρχικά γίνεται εκλεκτικός καθετηριασμός της έσω αιδοιϊκής αρτηρίας, πρόκληση στύσης με ενδοσηραγγώδη ένεση αγγειοδραστικής ουσίας και στη συνέχεια χορήγηση σκιαστικού μέσου που σκιαγραφεί το αρτηριακό δίκτυο του πέους και υποδεικνύει τη θέση της αγγειακής βλάβης.

Στ. Νευροφυσιολογικές δοκιμασίες

Σε πολύ ειδικές περιπτώσεις, συνήθως στα πλαίσια κλινικών μελετών, μπορεί να χρειαστεί νευροφυσιολογικός έλεγχος του έσω αιδοιϊκού νεύρου με προκλητά δυναμικά, ηλεκτρομυογράφημα των σηραγγωδών σωμάτων, έλεγχος του χρόνου εμφάνισης του βολβοσηραγγώδους αντανακλαστικού και η δερματική συμπαθητική απάντηση. Οι εξετάσεις αυτές δε χρησιμοποιούνται στην καθ’ ημέρα πράξη.