Κάμψη του Πέους

Κάμψη του Πέους (Νόσος Peyronie)

Ως νόσος Peyronie καλείται η κάμψη (στράβωμα) του πέους κατά τη στύση.  Ως συγγενής κάμψη του πέους περιγράφεται η εκ γενετής στρέβλωση του άξονα του πέους λόγω δυσανάλογης ανάπτυξης των σηραγγωδών σωμάτων και συχνά συνυπάρχει με άλλες συγγενείς διαμαρτίες (υποσπαδίας).

Η συχνότητα της νόσου Peyronie στο γενικό ανδρικό πληθυσμό εκτιμάται στο 0,4%-9% και η συνήθης ηλικία εκδήλωσής της είναι τα 55-60 έτη. Ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση, η υπερλιπιδαιμία, η ισχαιμική καρδιοπάθεια, η στυτική δυσλειτουργία, το κάπνισμα και η υπερκατανάλωση αλκοόλ φαίνεται ότι ευνοούν την εμφάνιση της νόσου.

ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ;

Η αιτιοπαθογένεια της νόσου δεν είναι ξεκάθαρη και η εξέλιξή της δε μπορεί να προβλεφθεί. Η κρατούσα άποψη είναι ότι η νόσος πυροδοτείται από το επαναλαμβανόμενο ιστικό τραύμα που συνεπάγεται το λύγισμα του όχι απολύτως σκληρού πέους στα πλαίσια δυσχερούς κολπικής διείσδυσης.

Σε πρώτη φάση αναπτύσσεται μια οξεία φλεγμονώδης αντίδραση στο λευκό χιτώνα του πέους (tunica albuginea), που τυπικά συνοδεύεται από τη δημιουργία ψηλαφητών οζιδίων ή πλακών που κάμπτουν προς την πλευρά τους το σώμα του πέους κατά τη στύση.

Σε δεύτερη φάση δημιουργείται ίνωση και σχηματίζονται σκληρές πλάκες που μπορεί να επασβεστωθούν (οστεοποίηση), οπότε και η νόσος σταθεροποιείται. Συχνά οι ασθενείς με νόσο του Peyronie εμφανίζουν και ίνωση της παλαμιαίας ή πελματιαίας απονεύρωσης (νόσος Ledderhose και Dupuytren).

Πώς εκδηλώνεται;

Το κυρίαρχο ενόχλημα των ασθενών στα πρώτα στάδια της νόσου είναι ο πόνος στο πέος. Η ψηλάφηση του πέους προκαλεί αίσθημα τοπικής δυσφορίας και πόνο, ενώ η στύση είναι συνήθως επώδυνη. Ακολούθως γίνονται αντιληπτά μικρά μαλακά οζίδια ή πλάκες κατά μήκος του σώματος του πέους που τραβούν το πέος προς την πλευρά τους προκαλώντας κάμψη (στράβωμα) του κορμού του οργάνου κατά τη στύση.

Σπανιότερα ο ασθενής μπορεί να αναφέρει παραμόρφωση του πέους δίκην κλεψύδρας. Συχνά οι ασθενείς παραπονούνται για δυσκολία στην επίτευξη και διατήρηση της στύσης. Περίπου στους μισούς ασθενείς η κατάσταση σταθεροποιείται, ενώ στο 30%-50% αναμένεται να επιδεινωθεί στο μέλλον. Αυτόματη ύφεση της νόσου είναι σπάνια και αναμένεται να συμβεί σε ποσοστό 3%-13% των ασθενών.

Η παράξενη αυτή νοσηρή κατάσταση μπορεί να διαταράξει τον ψυχισμό του άνδρα προκαλώντας ανασφάλεια, εσωστρέφεια και κατάθλιψη δημιουργώντας την ανάγκη ψυχολογικής υποστήριξης. Είναι πολύ βασικό ο άνδρας να λαμβάνει από τον ανδρολόγο τη διαβεβαίωση ότι η νόσος είναι απόλυτα καλοήθης και δεν έχει καμία σχέση με τον καρκίνο.

Πώς γίνεται η διάγνωση;

Η διάγνωση βασίζεται στο ιστορικό και την κλινική εξέταση που στοχεύει στην ανάδειξη των πλακών του πέους με την ψηλάφηση και τη μελέτη της σύστασής τους με  το υπερηχογράφημα. Καλό είναι επίσης να ελέγχονται οι παλάμες και τα πέλματα. Για την ορθή εκτίμηση του βαθμού της κάμψης είναι απαραίτητη μια αυτό-φωτογραφία του πέους σε στύση ή η πρόκληση στύσης στο ιατρείο με συσκευή κενού ή ενδοσηραγγώδη ένεση αγγειοδραστικής ουσίας.

Σε περιπτώσεις όπου υπάρχει στυτική δυσλειτουργία είναι χρήσιμο να διενεργείται έγχρωμο υπερηχογράφημα (triplex) του πέους σε στύση, ώστε να αντικειμενικοποιείται η αιματική ροή με απόλυτη ακρίβεια.

Θεραπευτικές επιλογές

Μη χειρουργικές θεραπείες

Φάρμακα από το στόμα

Η επιλογή της κατάλληλης θεραπείας, που συνήθως διαρκεί 6-12 μήνες, συναρτάται με την κλινική εκτίμηση του σταδίου όπου βρίσκεται η νόσος. Ο πόνος ανταποκρίνεται συνήθως καλύτερα στη φαρμακευτική αγωγή από ότι η κάμψη. Στο πρώτο στάδιο, η χορήγηση φαρμακευτικών ουσιών από το στόμα ή τοπικά φαίνεται πως μπορεί να προσφέρει θεραπευτικό όφελος, αν και τα δημοσιευμένα κλινικά αποτελέσματα είναι αρκετά αντιφατικά.  Το παραμινοβενζοϊκό κάλιο (POTABA™) και η πεντοξυφυλλίνη είναι τα φαρμακευτικά σκευάσματα  που φαίνεται να προσφέρουν το πλέον ευνοϊκό κλινικό αποτέλεσμα τόσο στον πόνο όσο και στην κάμψη. Άλλες ουσίες που μπορεί να προσφέρουν όφελος είναι η κολχικίνη, η ταδαλαφίλη, τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (αναλγητικά) και το συνένζυμο Q10.

Ενέσιμα φάρμακα

Η κολλαγενάση του ιστολυτικού κλωστηριδίου (Xiapex) είναι αυτή τη στιγμή το μοναδικό ενέσιμο σκεύασμα που έχει λάβει έγκριση από τον Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίων και Φαρμάκων (FDA) για την αντιμετώπιση της νόσου του Peyronie.

Τοπικές θεραπείες

Εναλλακτικές τοπικές θεραπείες αποτελούν η διαδερμική γέλη βεραπαμίλης, τα κρουστικά κύματα χαμηλής έντασης (ESWT), η ιοντοφόρηση βεραπαμίλης με ειδική συσκευή (EMDA™) και οι μηχανικές θεραπείες.  Η έλξη του πέους με συσκευές επιμήκυνσης (penile extenders) φάνηκε ότι ωφελεί περίπου 1 στους 3 ασθενείς και πρέπει να εφαρμόζεται καθημερινά για 2-8 ώρες επί τουλάχιστον 6 μήνες. Η χρήση τέτοιων συσκευών (ερωτικών βοηθημάτων) πρέπει να γίνεται με καθοδήγηση και προσοχή,  διότι υπάρχει κίνδυνος μωλωπισμού και κάκωσης του πέους.

Χειρουργικές θεραπείες

Οι επεμβάσεις ευθειασμού του πέους δίνουν λύση στις μεγάλες πεϊκές κάμψεις που δεν επιτρέπουν κολπική διείσδυση. Βασικό κριτήριο που καθορίζει την απόφαση για χειρουργείο είναι η παρουσία συμπτωμάτων για τουλάχιστον 12 μήνες και η σταθεροποίηση της πεϊκής κάμψης για τουλάχιστον 3 μήνες (ιδεωδώς 6-12 μήνες). Οι πλάκες στο υπερηχογράφημα τυπικά παρουσιάζουν επασβέστωση που θεωρείται ως χαρακτηριστικό σταθερής νόσου.

Οι ασθενείς με εξελισσόμενη νόσο ή με πολύ μικρή κάμψη (<30⁰), που δε δυσκολεύει τη διείσδυση, θα πρέπει να αποθαρρύνονται από την επιλογή του χειρουργείου. Θα πρέπει επίσης να ξεκαθαρίζεται στους ασθενείς ότι το χειρουργείο δεν ανακουφίζει τον πόνο, ούτε βελτιώνει τη σκληρότητα του πέους.

Έτσι λοιπόν αν συνυπάρχει στυτική δυσλειτουργία, θα πρέπει πρώτα να αναζητηθούν λύσεις για το πρόβλημα αυτό και στη συνέχεια να συζητηθεί η χειρουργική διόρθωση της κάμψης. Είναι σημαντικό πριν το χειρουργείο να γίνεται λεπτομερής ενημέρωση του ασθενή για τα πιθανά οφέλη και επιπλοκές και να λαμβάνεται γραπτή συναίνεση.

Μεταξύ των επιπλοκών αναφέρονται η μείωση του μήκους του πέους, η στυτική δυσλειτουργία, η υπαισθησία του οργάνου, ο κίνδυνος υποτροπής της κάμψης σε άλλο σημείο, η μετεγχειρητική ύπαρξη οζιδίων κάτω από το δέρμα (κόμποι ραμμάτων) και η ανάγκη περιτομής κατά την επέμβαση. Μετά το χειρουργείο η κάμψη βελτιώνεται σε ποσοστό άνω του 80% των ασθενών, όχι όμως απόλυτα σε όλους.

Οι χειρουργικές τεχνικές διακρίνονται σε 2 κατηγορίες: α) επεμβάσεις βράχυνσης (Nesbit, πτύχωση), β) επεμβάσεις επιμήκυνσης συνήθως με χρήση αυτόλογων (π.χ. βλεννογόνος παρειάς) ή μη αυτόλογων (πτωματική περιτονία, βόειο περικάρδιο, gore-tex κ.α.) μοσχευμάτων.

Η ταυτόχρονη εμφύτευση πεϊκής πρόθεσης και η τεχνική του διεγχειρητικού “modeling” του πέους επιλέγεται σε ασθενείς με σοβαρή κάμψη και συνοδό στυτική δυσλειτουργία. Το χειρουργείο αυτό θεωρείται τεχνικά απαιτητικό και με αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών (π.χ. κακώσεις ουρήθρας), οπότε θα πρέπει να διενεργείται από Ανδρολόγους με ιδιαίτερη εμπειρία στις πεϊκές προθέσεις.